Amphipneust Am*phip"neust, n. [Gr. ? + ? one who breathes, ? to breathe.] (Zo["o]l.) One of a tribe of Amphibia, which have both lungs and gills at the same time, as the proteus and siren. [1913 Webster]

The Collaborative International Dictionary of English. 2000.

Look at other dictionaries:

  • amphipneust — …   Useful english dictionary

  • αμφίπνευστος — Ζωολ. όρος που χρησιμοποιείται από ορισμένους συγγραφείς, για να χαρακτηρίσει τα ζώα εκείνα που έχουν την ικανότητα να αναπνέουν τόσο με βράγχια όσο και με πνεύμονες. [ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < αμφι * + πνευστός < πνέω, πρβλ. αγγλ. amphipneust] …   Dictionary of Greek